βομβάξ

βομβάξ, interjection,
A prodigious! Ar.Th.45; intensified, [full] βομβᾰλοβομβάξ, ib.48.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βομβάξ — (Α) (ειρων. επιφώνημα) καταπληκτικός! περίφημος! [ΕΤΥΜΟΛ. Επιφώνημα που δημιουργήθηκε βάσει της λ. βόμβος* με στόχο την ειρωνική μίμηση του πομπώδους ύφους] …   Dictionary of Greek

  • βομβαλοβομβάξ — (Α) (επιφών. ειρων.) βομβάξ. [ΕΤΥΜΟΛ. < βομβάξ, με αναδιπλασιασμό] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.